ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ

Παρατηρείται το φαινόμενο να υπάρχουν κόμματα τα οποία επισήμως απορρίπτουν μια ιδεολογία και ταυτοχρόνως διάφορα στελέχη των κομμάτων αυτών να δηλώνουν δημοσίως πως το κόμμα τους, και οι ίδιοι συγκεκριμένα, εκφράζουν και εκπροσωπούν σε απόλυτο βαθμό την ιδεολογία που απορρίπτει ο αρχηγός τους. Αναμφισβήτητα οξύμωρο γεγονός αλλά όχι ανερμήνευτο και πρωτόγνωρο. Για ποιους λόγους μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο να αναλυθεί. Σίγουρα ένας από τους παράγοντες είναι η ψηφοθηρία. Θέλουμε να πιστεύουμε όμως ότι δεν είναι ο μοναδικός. Άλλος παράγοντας είναι η εν μέρει σωστή θέση πως δεν γίνεται να συμφωνείς σε όλα με το κόμμα στο οποίο ανήκεις. Τούτο περισσότερο αφορά την λαϊκή μάζα η οποία ακολουθεί ένα κόμμα και λιγότερο τα στελέχη ενός κόμματος. Και αν η λαϊκή μάζα, για λόγους διαμαρτυρίας ή ευκαιριακής δυσαρέσκειας, δύναται και επιθυμεί να ακολουθεί ένα κόμμα έστω και αν σε βασικά σημεία διαφωνεί μαζί του, τούτο δεν μπορεί να ισχύσει για τα στελέχη τα οποία (θεωρητικά τουλάχιστον) βασίζουν την παρουσία τους στην έννοια της ιδεολογίας. Είναι φανερό όμως πως στην πολιτική δραστηριότητα (με τη διεφθαρμένη ασφαλώς έννοια του όρου) το συμφέρον προηγείται της ιδεολογίας.

Για να μην παρεξηγηθούμε, με την έννοια του συμφέροντος δεν εννοείται απαραίτητα κάτι το «κακό» ή το «βρώμικο», αλλά χωρίς αμφιβολία για να στηρίζει κανείς, πόσο μάλλον να μετέχει οργανικά, σε ένα κόμμα το οποίο καταδικάζει την ιδεολογία του, τούτο δείχνει ότι υπάρχουν λόγοι συμφέροντος για να το κάνει. Συμφέρον προσωπικό, δηλαδή πολιτική σταδιοδρομία, και συμφέρον οικονομικό το οποίο σχετίζεται με την πολιτική σταδιοδρομία. Μπορεί πάλι να πιστεύει κανείς ότι μέσα από ένα τέτοιο κόμμα μπορεί να εκφραστεί καλλίτερα η ιδεολογία του και κάποιες θέσεις του, μιας και «δεν υπάρχει κάτι άλλο» όπως συνηθίζεται να λέγεται από διαφόρους στις μέρες μας. Για να μην πολυλογούμε, είναι γεγονός πως μια τέτοια κατάσταση αντιμετωπίζει σήμερα το εθνικιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Μια κατάσταση που επαναλαμβάνεται συχνά- πυκνά στον πολιτικό βίο της νεώτερης Ελλάδας, ειδικά από την εποχή της μεταπολίτευσης και μετά.

Το λεκτικό, και ίσως εκβιαστικό, επιχείρημα που αναφέρουν αρκετοί(άσχετα με τις προθέσεις τους), ότι δηλαδή «δεν υπάρχει κάτι άλλο» δεν είναι πρωτόγνωρο. Γενικότερα έχει χρησιμοποιηθεί από όλους τους πολιτικούς χώρους και το αποτέλεσμα έδειξε πως δεν χρησιμοποιήθηκε αλλιώς παρά με σκοπό την συλλογή ψήφων και την εξαγορά συνειδήσεων. Αντί λοιπόν να δεχόμαστε de facto ότι «δεν υπάρχει κάτι άλλο», εφ’ όσον δεν μας ικανοποιεί αυτό που υπάρχει, είναι αποδοτικότερο να αναζητήσουμε αυτό το κάτι άλλο, και ιδιαίτερα να προβληματιστούμε γιατί δεν υπάρχει. Η διαπίστωση της έλλειψης είναι η αφετηρία της αναζήτησης και της προσπάθειας δημιουργίας. Μιας δημιουργίας όμως η οποία πρέπει επιτέλους να ξεφύγει από τα δεσμά

της επανάληψης αποτυχημένων σχεδίων, όσο και αν κάποιοι το επιδιώκουν. Πράγματι στο χώρο του εθνικιστικού κινήματος αυτή τη στιγμή απουσιάζει η εναλλακτική πρόταση που θα μπορέσει να σταθεί με πρωταγωνιστικό ρόλο στις κοινωνίες και πολιτικές εξελίξεις. Αυτό είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνον της Ελλάδας, καθώς σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη τα εθνικιστικά κινήματα όχι μόνο είναι ακμαία και ισχυρά, αλλά επιπλέον έχουν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας τους. Αυτό φυσικά έχει και το ανάλογο τίμημα, καθώς οι αντίπαλες δυνάμεις, σαφώς ισχυρότερες, κινούν «θεούς και δαίμονες» για να σταματήσουν αυτή την δυναμική παρέμβαση των εθνικιστών στις κοινωνίες. Ορισμένοι να πουν ότι στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό γιατί ο Εθνικισμός έχει ταυτιστεί σκοπίμως με την δικτατορία της επταετίας, με την βασιλεία κτλ. Αυτό είναι γεγονός. Δεν αποτελεί όμως σε καμία περίπτωση δικαιολογία όταν βλέπουμε πως στο κατ’ εξοχήν κράτος που διώκεται ο Εθνικισμός, μάλιστα με αυστηρούς νόμους, στην Γερμανία, το εθνικιστικό κίνημα είναι πολύ ισχυρό και συνεχώς αυξάνει την επιρροή του στις λαϊκές μάζες και στα τοπικά κοινοβούλια. Άρα πρέπει να ξεφύγει το εθνικιστικό κίνημα στην Ελλάδα από τον κομπλεξισμό της απολογίας και του χαρακτηρισμού. Το μαρξιστικό παρακράτος και η πλουτοκρατία των ΜΜΕ δεν πρόκειται να αλλάξουν την ρητορική τους. Ότι και αν κάνουν οι Εθνικιστές, η ρητορική εναντίον τους θα παραμένει ίδια, γιατί αυτοί που τη χρησιμοποιούν γνωρίζουν καλά, πως δεν έχει κανένα σοβαρό αντίκρισμα στην κοινωνία, αλλά καταφέρνει να διασπά την ενότητα των εθνικιστών. Και αυτό είναι που επιδιώκουν, να τρομοκρατούν συνειδήσεις και να ακολουθεί η σύγχυση και η διάσπαση. Είναι πράγματι πρωτοφανής η μανία ορισμένων ανθρώπων να μην χαρακτηριστούν ως εθνικιστές, ως «ακροδεξιοί», ρατσιστές κτλ. Αυτό δείχνει ουσιαστικά πόσο αδύναμοι άνθρωποι είναι, καθώς πιστεύουν πως πρέπει να απολογούνται για αυτά τα πράγματα. Πέρα από αυτό όμως είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια πραγματοποιείται μια σημαντική ιδεολογική και πολιτική ζύμωση, ειδικά στο χώρο των νέων ανθρώπων, με αναφορά στον Εθνικισμό. Χιλιάδες βιβλία και περιοδικά έντυπα κυκλοφορούν σήμερα, στο internet ακόμη περισσότερο, και γενικότερα είναι σαφής μια πρωτογενής λαϊκή στροφή προς βασικά χαρακτηριστικά της εθνικιστικής ιδεολογίας. Εάν αυτή τη ζύμωση το εθνικιστικό κίνημα καταφέρει πρώτα απ’ όλα να την συνειδητοποιήσει, και έπειτα να αξιοποιήσει και να μετουσιώσει σε πολιτική δράση, τότε θα έχει θέσει τις βάσεις μιας σοβαρής προσπάθειας, τις προϋποθέσεις για να πετύχει μια εθνική και κοινωνική επανάσταση. Θα συνεχίσουμε...

www.elkosmos.gr